Αξία Vs Αρχή. Η μάχη του 21ου αιώνα.

«Όλος ο κόσμος θέλει να μοιάσει στους  Έλληνες και εσείς οι Έλληνες θέλετε να μοιάσετε στον υπόλοιπο κόσμο.»

Φρανσουά Κλουζέ (Έτερος Εγώ – 2016)

Είναι η ατάκα ενός Γάλλου ηθοποιού που υποδύεται τον καθηγητή μαθηματικών στην ταινία Έτερος Εγώ, την ώρα που καλείται να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το Θεώρημα του Πυθαγόρα για τους Φίλιους Αριθμούς.

Γιατί άραγε θέλει όλος ο κόσμος να μοιάσει τους Έλληνες; Ή ακόμα καλύτερα, γιατί οι Έλληνες θέλουν να μοιάσουν στον υπόλοιπο κόσμο;

Στην Ελλάδα του 2021 ίσως και να μην είναι πλέον τόσο δύσκολο να απαντήσει κανείς στο δεύτερο ερώτημα.

Οι Έλληνες έχουν χάσει την ταυτότητά τους και παλεύουν. Δίνουν μια άνιση μάχη της οποίας η έκβαση είναι αμφίρροπη και μέχρι στιγμής άγνωστη. Ωστόσο, ίσως για πρώτη φορά, μετά από πολλούς αιώνες, η μάχη αυτή έχει ξεκινήσει να ανατρέπει βασικές θεμελιώδεις αξίες, με την κρυφή ελπίδα πως ίσως κάποτε είναι σε θέση να ανατρέψει και παγιωμένες αρχές που πλέον έχουν πάψει να ανταποκρίνονται στις εσωτερικές ανάγκες αυτού του λαού.

Η πλάστιγγα έχει αρχίσει να βαραίνει επικίνδυνα και οι διαφορές που πριν κρίνονταν στα χιλιοστά, τώρα παίρνουν τη μορφή τεράστιων αποκλίσεων, δημιουργώντας νέα δεδομένα σε μια κοινωνία που έχει αποδείξει πως νοσεί βαθιά ως το κόκαλο.

Σε αυτό το σημείο ίσως είναι απαραίτητο να γίνει μια διάκριση μεταξύ των όρων «Aξία» και «Aρχή».

ΑΡΧΗ λοιπόν είναι ο νόμος, όπως αυτός ορίζεται και θεμελιώνεται από τα ανώτερα συστήματα εξουσίας.

Σε αντιδιαστολή, η ΑΞΙΑ είναι ένα πνευματικό αγαθό, που λειτουργεί ως καθοδηγητικός παράγοντας στη ζωή του ανθρώπου και ορίζεται είτε από εσωτερικά σημεία ελέγχου του ίδιου του ατόμου, είτε από την ίδια την κοινωνία της οποίας μέρος αποτελεί το εκάστοτε άτομο.

Η διαφορά μεταξύ της ΑΡΧΗΣ και της ΑΞΙΑΣ έγκειται σε δύο βασικά σημεία.

Ο νόμος – αρχή, είναι καταδικασμένος εν τη γενέσει του να γίνει παράνομος και συνεπώς να αποτύχει ενώ ταυτόχρονα στηρίζεται σε αυστηρά ιεραρχικά κριτήρια. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να συμβεί με τις ανθρώπινες αξίες. Αξίες όπως η φιλία, ο έρωτας, η αγάπη παραμένουν αμετάβλητες στον πυρήνα τους και δεν ακολουθούν κανόνες ιεραρχίας.

Το λάθος που κάνουμε πολύ συχνά εμείς οι άνθρωποι είναι να επιδιδόμαστε σε μια ατελείωτη προσπάθεια να μετατρέψουμε την αξία σε αρχή, νομίζοντας πως η σημερινή φθορά μας οφείλεται σε προβλήματα στο σύστημα αξιών μας.

Οι αξίες μας δεν μπορούν και δεν θα έπρεπε να μπορούν να ανατρέπονται ελαφρά τη καρδία από φθαρμένους νόμους, αναχρονιστικές αντιλήψεις και ξεπερασμένες αρχές που εξυπηρετούσαν λειτουργίες παλαιότερων εποχών.

Οι Έλληνες νοσούν όχι γιατί είναι ανίκανοι να ανταποκριθούν στα νομικά όρια που τους επιβάλλονται, ούτε γιατί δεν έχουν ανεπτυγμένο σύστημα αξιών. Αντιθέτως, νοσούν γιατί έχουν πεισθεί με έναν συντονισμένο τρόπο πως η ΠΑΙΔΕΙΑ τους και οι ΑΞΙΕΣ τους δεν είναι ικανές να νοηματοδοτούν από μόνες τους τη ζωή τους και να αποτελούν σημεία εκκίνησης των δράσεων τους. Έχουν πεισθεί συλλογικά πως αντίστοιχες αξίες με την φιλία, την παιδεία, τον έρωτα και την αγάπη είναι αδύνατον να αποτελέσουν τις βάσεις μιας υγιούς κοινωνίας και πως έχουν ανάγκη μια θρησκεία, ένα κόμμα, ένα πτυχίο για να ορίσουν την ταυτότητά τους και να σταθούν επάξια με όρους ισοτιμίας στα πλαίσια μιας κοινωνίας που δηλώνει δημοκρατικά κυβερνώμενη αλλά δεν μοιάζει καθόλου στην ουσία της.

Οι φοιτητές καλούνται να κάνουν μάθημα μπροστά σε ασπίδες αστυνομικών την ίδια στιγμή που ο Αριστοτέλης δίδασκε τους μαθητές του σε υπαίθριες αγορές.

Οι πολίτες όλης της χώρας υποχρεώνονται σε έναν καθολικό εγκλεισμό  από τις ΑΡΧΕΣ και συλλαμβάνονται όταν αποφασίζουν να εξασκήσουν το δικαίωμά τους στην ελευθερία με έναν περίπατο – ύψιστη δημοκρατική ΑΞΙΑ- την ίδια στιγμή που η Αντιγόνη του Σοφοκλή αρνήθηκε να υποταχθεί στον Κρέοντα, λέγοντάς του πως «δε μπορεί με μία αρχή να ανατρέψει μια αξία και να μείνει ο αδελφός της άταφος».

Οι μαθητές εξαναγκάζονται να υπακούσουν σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που οι διαδικασίες προσφοράς της μάθησης μοιάζουν περισσότερο με διεκπαιρεωτική παροχή υπηρεσιών και προώθηση μιας κουλτούρας ΜΟΡΦΩΣΗΣ και όχι ΠΑΙΔΕΙΑΣ την ίδια στιγμή που ο Πλάτωνας όριζε την παιδευτική διαδικασία ως το θεμέλιο λίθο της ιδανικής πολιτείας και το μέσον για να συγκροτηθεί ηθικά και πνευματικά το άτομο προς την απόκτηση της αρετής και περαιτέρω της ευδαιμονίας.

Η κοινωνία μας λοιπόν είναι μια κοινωνία με παθογένειες.
Μια κοινωνία που πάσχει από κρίση αρχών και όχι αξιών.

Οι παρόντες νόμοι αδυνατούν με καταφανέστατο και πρακτικότατο τρόπο να ανταποκριθούν σε αξίες που υπήρχαν πολύ πριν οι νεοαφιχθέντες νόμοι κάνουν την εμφάνισή τους. Το γεγονός πως οι προγενέστεροί τους κατάφεραν όχι απλώς να σεβαστούν αλλά ταυτόχρονα να προάγουν το σύστημα αξιών, μετατρέποντάς το σε αγαθό και αναπόσπαστο συστατικό ευδαιμονίας μιας κοινωνίας, επικυρώνει την παραδοχή πως οι αξίες παραμένουν αναλλοίωτες ανεξαρτήτως πλαισίου και εποχής.

Επομένως, σε μια προσπάθεια να δοθεί μια σαφής απάντηση στο αρχικό ερώτημα του «Γιατί άραγε θέλει όλος ο κόσμος να μοιάσει στους Έλληνες;», ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο γεγονός πως οι «άλλοι», οι «ξένοι», ή όπως αλλιώς θέλουμε να τους αποκαλούμε, καταφέρνουν να εστιάζουν στο κομμάτι εκείνο της κοινωνίας μας που παραμένει ακέραιο και αναλλοίωτο μέσα στο βάθος του χρόνου και που δεν είναι άλλο από τις ατόφιες και ουσιαστικές αξίες που καλλιεργήθηκαν σε αυτόν τον τόπο, χρόνια πριν. Ίσως εμείς να αγνοούμε συστηματικά το γεγονός πως οι αξίες που κάποτε μας μεταγγίστηκαν ως απαραίτητες για μια υγιή κοινωνία είναι αυτές οι ίδιες που εμείς εξακολουθούμε να υποτιμούμε και να υποβιβάζουμε. Όχι γιατί δεν αναγνωρίζουμε την σημαντικότητά τους αλλά γιατί το υπολογιστικό μας σύστημα εκπαιδεύτηκε χρόνια τώρα να τοποθετεί πιο ψηλά στην αξιολογική του κλίμακα μασημένες αρχές.

Η ιστορία οφείλει να μας διδάσκει.  

Κι εμείς οφείλουμε, πρωτίστως στους εαυτούς μας, να κατακτήσουμε ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο επίπεδο παιδείας, ώστε να μην χρειαζόμαστε καμία θρησκεία και κανέναν νόμο για να πράξουμε το «πρέπον» κι όχι «αυτό που πρέπει».

Αν απεκδυθούμε τα πάγια και δεσποτικά «πιστεύω» που ρίζωσαν τόσο βαθιά μέσα μας οι αρχές και αναγνωρίσουμε επιτέλους απενοχοποιημένα την σπουδαιότητα των πραγματικών αξιών σε αυτήν τη ζωή, η αλλαγή θα έρθει πριν καν εμείς οι ίδιοι το καταλάβουμε.

Και τότε δεν θα υπάρχει αντίλογος στην ερώτηση του «γιατί άραγε θέλει όλος ο κόσμος να μοιάσει τους Έλληνες».

Δεν θα υπάρχει καν ερωτηματικό στο τέλος!

Από τον/την Έλενα Κουτσοπούλου

Ψυχολόγος
MSc Δικαστική & Εγκληματολογική Ψυχολογία
Εκπαιδευόμενη Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *